συμπρωταγωνίστησε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συμπρωταγωνίστησε
- γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνίστησε