συμφιλιωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμφιλιωμένος συμφιλιωμένη συμφιλιωμένο
γενική συμφιλιωμένου συμφιλιωμένης συμφιλιωμένου
αιτιατική συμφιλιωμένο συμφιλιωμένη συμφιλιωμένο
κλητική συμφιλιωμένε συμφιλιωμένη συμφιλιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμφιλιωμένοι συμφιλιωμένες συμφιλιωμένα
γενική συμφιλιωμένων συμφιλιωμένων συμφιλιωμένων
αιτιατική συμφιλιωμένους συμφιλιωμένες συμφιλιωμένα
κλητική συμφιλιωμένοι συμφιλιωμένες συμφιλιωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφιλιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμφιλιώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συμφιλιωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: συμφιλιώνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]