συμφραζόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική συμφραζόμενος συμφραζόμενη συμφραζόμενο
γενική συμφραζόμενου συμφραζόμενης συμφραζόμενου
αιτιατική συμφραζόμενο συμφραζόμενη συμφραζόμενο
κλητική συμφραζόμενε συμφραζόμενη συμφραζόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμφραζόμενοι συμφραζόμενες συμφραζόμενα
γενική συμφραζόμενων συμφραζόμενων συμφραζόμενων
αιτιατική συμφραζόμενους συμφραζόμενες συμφραζόμενα
κλητική συμφραζόμενοι συμφραζόμενες συμφραζόμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφραζόμενος < συμφράζομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

συμφραζόμενος -η -ο

δείτε τη λέξη  συμφραζόμενα, συμφράζομαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]