Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμφωνόληκτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συμφωνόληκτος η συμφωνόληκτη το συμφωνόληκτο
      γενική του συμφωνόληκτου της συμφωνόληκτης του συμφωνόληκτου
    αιτιατική τον συμφωνόληκτο τη συμφωνόληκτη το συμφωνόληκτο
     κλητική συμφωνόληκτε συμφωνόληκτη συμφωνόληκτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συμφωνόληκτοι οι συμφωνόληκτες τα συμφωνόληκτα
      γενική των συμφωνόληκτων των συμφωνόληκτων των συμφωνόληκτων
    αιτιατική τους συμφωνόληκτους τις συμφωνόληκτες τα συμφωνόληκτα
     κλητική συμφωνόληκτοι συμφωνόληκτες συμφωνόληκτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμφωνόληκτος < σύμφων(ο) + -ό- + ληκ- (θέμα από το λήγω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siɱ.foˈno.li.ktos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμφωνόληκτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

συμφωνόληκτος, -η, -ο (χωρίς παραθετικά)

παραδειγματα
  • γράφ-ω / γράφ-ομαι — είναι συμφωνόληκτο ρήμα· το θέμα του λήγει στο σύμφωνο [f] ⟨φ⟩
  • όμορφος — είναι συμφωνόληκτο όνομα επίθετο· το θέμα του λήγει στο σύμφωνο [f] ⟨φ⟩
  • δρόμος — είναι συμφωνόληκτο όνομα ουσιαστικό· το θέμα του λήγει στο σύμφωνο [m] ⟨μ⟩

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]