συμψηφισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμψηφισμός συμψηφισμοί
γενική συμψηφισμού συμψηφισμών
αιτιατική συμψηφισμό συμψηφισμούς
κλητική συμψηφισμέ συμψηφισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμψηφισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμψηφισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συμψηφίζω
    αν και αρχικά ως εταιρεία χρωστάγαμε στο δημόσιο 50.000 ευρώ για μη απόδοση φόρου και το δημόσιο μας χρώσταγε 30.000 για προμήθειά μας υπηρεσιών καθαρισμού· μετά το συμψηφισμό, θα πληρώσουμε 20.000 ευρώ. Αυτό είναι υπέροχο γιατί στο λογαριασμό έχουμε 23.000 ευρώ και όχι 50 χιλιάδες.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]