Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνέβην

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνέβην

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνω