συνέλευσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συνέλευσις συνελεύσει συνελεύσεις
Γενική συνελεύσεως συνελευσέοιν συνελεύσεων
Δοτική συνελεύσει συνελευσέοιν συνελεύσεσι(ν)
Αιτιατική συνέλευσιν συνελεύσει συνελεύσεις
Κλητική συνέλευσι συνελεύσει συνελεύσεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνέλευσις < (σύν) συν- + ἔλευσις < συνέρχομαι < θέμα ἐλεύσομαι, μέλλοντας του ἔρχομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: συνέλευση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνέλευσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. συνάντηση, συγκέντρωση
    1. συνουσία
    2. γάμος
  2. συνδυασμός πραγμάτων
  3. (γραμματική) συναίρεση ή κράση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]