συνένωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνένωση συνενώσεις
γενική συνένωσης
& συνενώσεως
συνενώσεων
αιτιατική συνένωση συνενώσεις
κλητική συνένωση συνενώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνένωση < ελληνιστική κοινή συνένωσις < σύν + ἕνωσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ˈnɛ.nɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνένωση θηλυκό

  • η ένωση δύο ή περισσότερων ανεξάρτητων στοιχείων που δημιουργεί ένα νέο οργανικό σύνολο
το νομοσχέδιο "Καποδίστριας" προέβλεπε τη συνένωση γειτονικών δήμων ή κοινοτήτων σε ενιαίους δήμους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]