συναίρεσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναίρεσις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συναίρεσις συναιρέσει συναιρέσεις
Γενική συναιρέσεως συναιρεσέοιν συναιρέσεων
Δοτική συναιρέσει συναιρεσέοιν συναιρέσεσι(ν)
Αιτιατική συναίρεσιν συναιρέσει συναιρέσεις
Κλητική συναίρεσι συναιρέσει συναιρέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναίρεσις < αρχαία ελληνική συναιρέω / συναιρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναίρεσις θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) το να φέρεις κοντά, να μαζέψεις, το μάζεμα
    συναίρεσις καρπών
  2. (ελληνιστική κοινή) η σύνθεση, η συγκέντρωση, η συνένωση
  3. (ελληνιστική κοινή) η ελάττωση, η σμίκρυνση
  4. (ελληνιστική κοινή) (γραμματική) η συγχώνευση δύο γειτονικών ετεροσύλλαβων φωνηέντων ή διφθόγγων εντός μίας λέξης σε ένα μακρό φωνήεν ή δίφθογγο
π.χ. ποιέω > ποιῶ
αντώνυμα: διαίρεσις