Μετάβαση στο περιεχόμενο

συναίσθημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συναίσθημα τα συναισθήματα
      γενική του συναισθήματος των συναισθημάτων
    αιτιατική το συναίσθημα τα συναισθήματα
     κλητική συναίσθημα συναισθήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συναίσθημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναίσθημα < συναισθάνομαι < συν- + αἰσθάνομαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siˈne.sθi.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συναίσθημα
παλιότερος συλλαβισμός: συναίσθημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συναίσθημα ουδέτερο

  • (ψυχολογία) η ψυχική κατάσταση, ευχάριστη ή δυσάρεστη που συνδέεται με τα αισθήματα (τις εντυπώσεις που έχουμε απ' τις αισθήσεις μας) ή σκέψεις
    παράδειγμα  το αίσθημα της γλυκιάς της μυρωδιάς, που έδινε πάντα το συναίσθημα της ασφάλειας
      Εξαιρετικοί χαρακτήρες, λεπτοδουλεμένοι, πλήθος στοιχείων της κουβανικής κουλτούρας, μπαρόκ περιγραφές και κρατερά συναισθήματα φιλίας και αφοσίωσης (Λεονάρδο Παδούρα: «Αφηγούμαι την ιστορία μιας γενιάς ανθρώπων που είναι ηττημένοι», epohi.gr, 4/7/2022, )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]