Μετάβαση στο περιεχόμενο

συναγελαστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συναγελαστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
  3. θα συναγελαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναγελάζομαι