συναγελαστεί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συναγελαστεί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
- θα συναγελαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναγελάζομαι