Μετάβαση στο περιεχόμενο

συναγωνιστείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συναγωνιστείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
  2. θα συναγωνιστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναγωνίζομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι