συναισθηματισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συναισθηματισμός συναισθηματισμοί
γενική συναισθηματισμού συναισθηματισμών
αιτιατική συναισθηματισμό συναισθηματισμούς
κλητική συναισθηματισμέ συναισθηματισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναισθηματισμός < συναίσθημα + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά) sentimentalisme)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναισθηματισμός αρσενικό

  1. η αντιμετώπιση καταστάσεων με το θυμικό κι όχι ρεαλιστικά
  2. πληθυντικός συναισθηματισμοί: πράξεις που απορρέουν από τον συναισθηματισμό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]