συναισθησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συναισθησία συναισθησίες
γενική συναισθησίας συναισθησιών
αιτιατική συναισθησία συναισθησίες
κλητική συναισθησία συναισθησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναισθησία < γαλλική synesthésie + -ία < αρχαία ελληνική συναίσθησις (αντιδάνειο) < αἴσθησις < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναισθησία θηλυκό

  1. (νευρολογία) νευρολογική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται ανάμειξη των αισθήσεων, για παράδειγμα όταν όταν ο εγκέφαλος αποδίδει ένα συγκεκριμένο ήχο σε μια οσμή
  2. (θρησκεία), (πνευματισμός), (μεταφυσική) μεταφορά αισθήσεων-βιωματικότητας σε διαφορετικό άτομο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]