Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνακροαστώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνακροαστώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
  2. θα συνακροαστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνακροώμαι