συναλλαγματική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναλλαγματική θηλυκό

  • έγγραφη εντολή που συντάσσεται με ορισμένο τύπο, κατά την οποία ένα πρόσωπο (ο εκδότης) διατάσσει ένα άλλο πρόσωπο (τον αποδέκτη) να πληρώσει σε ορισμένο τόπο και χρόνο ένα ορισμένο χρηματικό ποσό σε ένα τρίτο πρόσωπο (τον κομιστή της συναλλαγματικής). Χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο για παροχή πίστωσης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

συναλλαγματική

Ομώνυμα[επεξεργασία]