συναντάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.nanˈdaɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

συναντάω


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναντάω < συν- + ἀντάω

Ρήμα[επεξεργασία]

συναντάω

  1. συναντώ (για δύο ανθρώπους)
  2. συναθροίζομαι (για περισσότερους ανθρώπους)
  3. (+δοτική) συναπαντώ κάποιον, έρχομαι σε επαφή
     συνώνυμα: ἀντάω
  4. για κάτι που συμβαίνει τυχαία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]