Μετάβαση στο περιεχόμενο

συναντάω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συναντάω < συναντ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναντῶ, συνηρημένος τύπος του συναντάω < συν- + ἀντάω. Για τις σύγχρονες σημασίες σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική se rencontrer

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /si.nanˈda.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συναντάω
παλιότερος συλλαβισμός: συναντάω

συναντάω/συναντώ, πρτ.: συναντούσα, αόρ.: συνάντησα, παθ.φωνή: συναντιέμαι/συναντώμαι, π.αόρ.: συναντήθηκαζ, μτχ.π.π.: συναντημένος

  1. (για πρόσωπα)
    1. βρίσκω κάποιον ή κάτι τυχαία
        Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
      τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
      να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
      το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
      Άργης Κόρακας (1888-1940), Εργάτριες
      παράδειγμα  Συνάντησα εχθές τον Χρήστο στον δρόμο· είχα να τον δω πολλά χρόνια.
    2. πηγαίνω και βρίσκω κάποιον ή κάτι σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο
      παράδειγμα  Κανονίσαμε να συναντηθούμε για να πιούμε έναν καφέ και να τα πούμε.
     συνώνυμα: συναπαντώ, απαντώ, ανταμώνω
  2. (για πράγματα, ή αφηρημένα ουσιαστικά)
    1. αντιμετωπίζω (δυσκολίες, έναν αντίπαλο)
      παράδειγμα  Οι δύο ομάδες θα συναντηθούν στην τελική φάση των αγώνων.
    2. απαντώ, παρατηρώ ότι υπάρχει
      παράδειγμα  Το φυτό αυτό, το συναντάμε μόνο σε τροπικά κλίματα.
       συνώνυμα: απαντώ, βρίσω
    3. για συνύπαρξη συνθηκών ή καταστάσεων σε αλληλεπίδραση
      παράδειγμα  Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. (έκφραση)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

συναντιέμαι:

συναντώμαι:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συναντάω < συν- + ἀντάω

συναντάω

  1. συναντώ (για δύο ανθρώπους)
  2. συναθροίζομαι (για περισσότερους ανθρώπους)
  3. (+δοτική) συναπαντώ κάποιον, έρχομαι σε επαφή
     συνώνυμα: ἀντάω
  4. για κάτι που συμβαίνει τυχαία

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις σύν και ἀντάω