Μετάβαση στο περιεχόμενο

συναποθάνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συναποθάνω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
  2. θα συναποθάνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναποθνήσκω