συναρμολογούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναρμολογούμαι < παθητικό του συναρμολογώ

Ρήμα[επεξεργασία]

συναρμολογούμαι

  1. (για αντικείμενα) στο τρίτο πρόσωπο, μπαίνει μαζί με άλλα αντικείμενα ή τμήματα μηχανισμού ή επίπλου στην εκ κατασκευής σχεδιασμένη θέση του
    Συναρμολογήθηκε στραβά. Φτου κι απ' την αρχή! Καλύτερα να έδινα τα 20 ευρώ να μου το συναρμολογούσαν στο μαγαζί που το αγόρασα

δείτε τη λέξη συναρμολογώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]