συναρπαγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συναρπαγή οι συναρπαγές
      γενική της συναρπαγής των συναρπαγών
    αιτιατική τη συναρπαγή τις συναρπαγές
     κλητική συναρπαγή συναρπαγές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναρπαγή < ελληνιστική κοινή συναρπαγή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναρπαγή θηλυκό

  1. η αρπαγή κάποιου πράγματος μαζί με κάτι άλλο
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναρπάζω
     συνώνυμα: καταγοήτευση, σαγήνευση
  3. (γλωσσολογία) γλωσσική διαδικασία δημιουργίας σύνθετης λέξης από τις λέξεις που αποτελούν μία φράση

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Όροι γλωσσολογίας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συναρπαγή συναρπαγά συναρπαγαί
Γενική συναρπαγῆς συναρπαγαῖν συναρπαγῶν
Δοτική συναρπαγ συναρπαγαῖν συναρπαγαῖς
Αιτιατική συναρπαγήν συναρπαγά συναρπαγάς
Κλητική συναρπαγή συναρπαγά συναρπαγαί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναρπαγή < αρχαία ελληνική συναρπάζω +

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναρπαγή θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) η αρπαγή πραγμάτων από κοινού με άλλους
  2. (ελληνιστική κοινή) απροσεξία, απερισκεψία
  3. (ελληνιστική κοινή) αδιαφορία