συναρπαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συναρπαστικός συναρπαστική συναρπαστικό
γενική συναρπαστικού συναρπαστικής συναρπαστικού
αιτιατική συναρπαστικό συναρπαστική συναρπαστικό
κλητική συναρπαστικέ συναρπαστική συναρπαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συναρπαστικοί συναρπαστικές συναρπαστικά
γενική συναρπαστικών συναρπαστικών συναρπαστικών
αιτιατική συναρπαστικούς συναρπαστικές συναρπαστικά
κλητική συναρπαστικοί συναρπαστικές συναρπαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναρπαστικός < συναρπάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συναρπαστικός -ή -ό

ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]