συνδαιτυμόνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνδαιτυμόνας συνδαιτυμόνες
γενική συνδαιτυμόνα συνδαιτυμόνων
αιτιατική συνδαιτυμόνα συνδαιτυμόνες
κλητική συνδαιτυμόνα συνδαιτυμόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδαιτυμόνας < συνδαιτυμών < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική commensal (λόγια παραγωγή λέξης από το συν- και το αρχαίο ελληνικό δαιτυμών=ομοτράπεζος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνδαιτυμόνας αρσενικό ή θηλυκό

  • αυτός που τρώει στο ίδιο τραπέζι με άλλους, συχνά σε επίσημο γεύμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]