Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνδειπνήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνδειπνήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
  3. θα συνδειπνήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνδειπνώ