Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνδειπνήσετε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνδειπνήσετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
  2. θα συνδειπνήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνδειπνώ