συνδιάλεξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδιάλεξη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνδιάλεξη θηλυκό

  1. Συνομιλία μέσω τηλεφώνου κυρίως.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]