συνδιαλέγομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδιαλέγομαι < ελληνιστική κοινή συνδιαλέγομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

συνδιαλέγομαι

  1. συνομιλώ, συναναστρέφομαι
  2. διαπραγματεύομαι
  3. επικοινωνώ, βρίσκω κοινά σημεία, φλερτάρω (χρησιμοποιείται συχνότερα για σχέσεις που δεν είναι αυτονόητες)
    όταν η τέχνη συνδιαλέγεται με την ιατρική
    η Δύση συνδιαλέγεται με την Κίνα παρά την απαγόρευση παρουσίας δημοσιογράφων σε δικες ακτιβιστών


Μεταφράσεις[επεξεργασία]