συνδιδάσκω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνδιδάσκω < ελληνιστική κοινή συνδιδάσκω < αρχαία ελληνική σύν + διδάσκω
Ρήμα
[επεξεργασία]συνδιδάσκω
Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνδιδάσκω
|
|