συνδικαλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνδικαλισμός συνδικαλισμοί
γενική συνδικαλισμού συνδικαλισμών
αιτιατική συνδικαλισμό συνδικαλισμούς
κλητική συνδικαλισμέ συνδικαλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδικαλισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνδικαλισμός αρσενικό

  1. η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]