συνδυασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνδυασμένος συνδυασμένη συνδυασμένο
γενική συνδυασμένου συνδυασμένης συνδυασμένου
αιτιατική συνδυασμένο συνδυασμένη συνδυασμένο
κλητική συνδυασμένε συνδυασμένη συνδυασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνδυασμένοι συνδυασμένες συνδυασμένα
γενική συνδυασμένων συνδυασμένων συνδυασμένων
αιτιατική συνδυασμένους συνδυασμένες συνδυασμένα
κλητική συνδυασμένοι συνδυασμένες συνδυασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδυασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνδυάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνδυασμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: συνδυάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]