Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνειδητοποίησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνειδητοποίησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ