συνειδητοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνειδητοποιημένος συνειδητοποιημένη συνειδητοποιημένο
γενική συνειδητοποιημένου συνειδητοποιημένης συνειδητοποιημένου
αιτιατική συνειδητοποιημένο συνειδητοποιημένη συνειδητοποιημένο
κλητική συνειδητοποιημένε συνειδητοποιημένη συνειδητοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνειδητοποιημένοι συνειδητοποιημένες συνειδητοποιημένα
γενική συνειδητοποιημένων συνειδητοποιημένων συνειδητοποιημένων
αιτιατική συνειδητοποιημένους συνειδητοποιημένες συνειδητοποιημένα
κλητική συνειδητοποιημένοι συνειδητοποιημένες συνειδητοποιημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνειδητοποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνειδητοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνειδητοποιημένος, -η, -ο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]