συνεπάγομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνεπάγομαι < ελληνιστική κοινή συνεπάγομαι < αρχαία ελληνική συνεπάγω < σύν + ἐπί + ἄγω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική entraîner)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνεπάγομαι (συνήθως στο γ’ ενικό και στο ενεστωτικό θέμα: συνεπάγεται)

  1. έχω ως συνέπεια, ως επακόλουθο
    Το υπό ψήφιση νομοσχέδιο αφορά κάθε πολίτη, συνεπάγεται επιπτώσεις στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του και επιδρά καθοριστικά στην πραγμάτωση του δικαίου σε κάθε ατομική περίπτωση. (*)
  2. οδηγώ σε κάποιο συμπέρασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]