συνεπτυγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνεπτυγμένος συνεπτυγμένη συνεπτυγμένο
γενική συνεπτυγμένου συνεπτυγμένης συνεπτυγμένου
αιτιατική συνεπτυγμένο συνεπτυγμένη συνεπτυγμένο
κλητική συνεπτυγμένε συνεπτυγμένη συνεπτυγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνεπτυγμένοι συνεπτυγμένες συνεπτυγμένα
γενική συνεπτυγμένων συνεπτυγμένων συνεπτυγμένων
αιτιατική συνεπτυγμένους συνεπτυγμένες συνεπτυγμένα
κλητική συνεπτυγμένοι συνεπτυγμένες συνεπτυγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνεπτυγμένος < αρχαία ελληνική συνεπτυγμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμπτύσσω < συν- + πτύσσω (διπλώνω)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνεπτυγμένος, -η, -ο

  • (λόγιο) άλλη γραφή του συμπτυγμένος
    • Συνεπτυγμένος σταυροειδής : Διαδεδομένος τύπος ναού στα μεσοβυζαντινά χρόνια
    • Αναλυτικός ή συνεπτυγμένος πίνακας
    • συνεπτυγμένη έκδοση βιβλίου
    • λαμπτήρας συνεπτυγμένων διαστάσεων (compact)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]