συνεργαζόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική συνεργαζόμενος συνεργαζόμενη συνεργαζόμενο
γενική συνεργαζόμενου συνεργαζόμενης συνεργαζόμενου
αιτιατική συνεργαζόμενο συνεργαζόμενη συνεργαζόμενο
κλητική συνεργαζόμενε συνεργαζόμενη συνεργαζόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνεργαζόμενοι συνεργαζόμενες συνεργαζόμενα
γενική συνεργαζόμενων συνεργαζόμενων συνεργαζόμενων
αιτιατική συνεργαζόμενους συνεργαζόμενες συνεργαζόμενα
κλητική συνεργαζόμενοι συνεργαζόμενες συνεργαζόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνεργαζόμενος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνεργαζόμενος -η -ο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]