συνεσταλμένη βαθμίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνεσταλμένη βαθμίδα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Reduktionstufe
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]συνεσταλμένη βαθμίδα
- (γλωσσολογία) μεταπτωτική βαθμίδα όπου το θεματικό φωνήεν υφίσταται σίγηση καθώς συγχρόνως εμφανίζεται ο παρακείμενος ημιφωνικός φθόγγος. Στην ελληνική αυτό το ημιφωνικό φώνημα εκφράζεται ως α.
- ≈ συνώνυμα: βαθμίδα Σ, εξασθενημένη βαθμίδα
(το θεματικό φωνήεν εμφανίζεται στην αιτιατική) πα-τέρ-α < πα-τρά-σι
(το θεματικό φωνήεν εικάζεται ότι εμφανίζεται στο ρήμα) δέρκ-ομαι < δράκ-ων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνεσταλμένη βαθμίδα