Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνεσταλμένη βαθμίδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συνεσταλμένη βαθμίδα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Reduktionstufe

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

συνεσταλμένη βαθμίδα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]