συνεταιρικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνεταιρικά < συνεταιρικός + -ά
Επίρρημα
[επεξεργασία]συνεταιρικά
- με συνεταιρικό τρόπο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνεταιρικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]συνεταιρικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνεταιρικός