συνεχίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνεχίζω < αρχαία ελληνική συνεχίζω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.neˈçi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐νε‐χί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]συνεχίζω
- (αμετάβατο) υπάρχω χωρίς διακοπή, χωρίς παύσεις
- ο θόρυβος συνέχισε για μερικά λεπτά μέχρι να ζητήσει ο δάσκαλος να ηρεμήσουν τα παιδιά
- κάνω κάτι χωρίς διακοπή, χωρίς διαλείμματα ή χωρίς αλλαγή
- ο ομιλητής συνέχισε την εξήγησή του, αγνοώντας τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων
- αν συνεχίσεις να καπνίζεις 2 πακέτα την ημέρα, ο βήχας δεν θα σου περάσει
- ξαναρχίζω μετά από διακοπή
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξαναρχίζω μετά από διακοπή
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Πηγές
[επεξεργασία]- συνεχίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- συνεχίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)