συνεχίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνεχίζω < αρχαία ελληνική συνεχίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

συνεχίζω

  1. (αμετάβατο) υπάρχω χωρίς διακοπή, χωρίς παύσεις
    ο θόρυβος συνέχισε για μερικά λεπτά μέχρι να ζητήσει ο δάσκαλος να ηρεμήσουν τα παιδιά
  2. κάνω κάτι χωρίς διακοπή, χωρίς διαλείμματα ή χωρίς αλλαγή
    ο ομιλητής συνέχισε την εξήγησή του, αγνοώντας τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων
    αν συνεχίσεις να καπνίζεις 2 πακέτα την ημέρα, ο βήχας δεν θα σου περάσει
  3. ξαναρχίζω μετά από διακοπή

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]