Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνηγορήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνηγορήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνηγορώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
  3. θα συνηγορήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνηγορώ