Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνθηκολογήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνθηκολογήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
  3. θα συνθηκολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνθηκολογώ