Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνθηκολόγησαν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνθηκολόγησαν