συννεφιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συννεφιασμένος συννεφιασμένη συννεφιασμένο
γενική συννεφιασμένου συννεφιασμένης συννεφιασμένου
αιτιατική συννεφιασμένο συννεφιασμένη συννεφιασμένο
κλητική συννεφιασμένε συννεφιασμένη συννεφιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συννεφιασμένοι συννεφιασμένες συννεφιασμένα
γενική συννεφιασμένων συννεφιασμένων συννεφιασμένων
αιτιατική συννεφιασμένους συννεφιασμένες συννεφιασμένα
κλητική συννεφιασμένοι συννεφιασμένες συννεφιασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συννεφιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συννεφιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ne.fça.ˈzmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συννεφιασμένος -η -ο

  1. που καλύπτεται κατά ένα μεγάλο μέρος από σύννεφα
    συννεφιασμένος ουρανός
  2. για τη χρονική περίοδο όπου ο ουρανός είναι καλυμμένος από σύννεφα
    ένα συννεφιασμένο πρωινό
  3. (μεταφορικά) για τη χρονική περίοδο που χαρακτηρίζεται από στενοχώριες και αίσθημα ανησυχίας
  4. (μεταφορικά) για πρόσωπο που δείχνει ότι τον απασχολούν διάφορα προβλήματα και ανησυχεί για κάτι
    Το βράδυ, σα γύρισε, με βρήκε να κάθουμαι στα σκοτεινά κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα, αμίλητη και συννεφιασμένη. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]