Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνοδηγέ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

συνοδηγέ αρσενικό ή θηλυκό