Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνοδοιπορήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνοδοιπορήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
  2. θα συνοδοιπορήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνοδοιπορώ