συνοικέσιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνοικέσιο συνοικέσια
γενική συνοικεσίου συνοικεσίων
αιτιατική συνοικέσιο συνοικέσια
κλητική συνοικέσιο συνοικέσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικέσιο < ελληνιστική κοινή συνοικέσιον (συγκατοίκηση, γάμος) < συνοικέω < σύνοικος < σύν + οἶκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοικέσιο ουδέτερο

  1. η μεσολάβηση τρίτου και οι συναφείς συμφωνίες για σύναψη γάμου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]