συνοικίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικίζω < συνοικίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνοικίζω

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικίζω < σύν και οἰκίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνοικίζω

  1. κάνω κάποιον να ζήσει με άλλον, π.χ. παντρεύω την κόρη μου με κάποιον
  2. συνενώνω δύο χωριά, δύο ή περισσότερους οικισμούς σε έναν
  3. εγκαθιστώ νέους κατοίκους σε χώρα που ερημώθηκε
  4. αποικίζω ή εποικίζω μαζί με άλλους
  5. συσχετίζω, ενώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και από το συνοικέω

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]