συνολικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική συνολικός συνολική συνολικό
γενική συνολικού συνολικής συνολικού
αιτιατική συνολικό συνολική συνολικό
κλητική συνολικέ συνολική συνολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνολικοί συνολικές συνολικά
γενική συνολικών συνολικών συνολικών
αιτιατική συνολικούς συνολικές συνολικά
κλητική συνολικοί συνολικές συνολικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνολικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνολικός, -ή, -ό

  1. που αφορά στο σύνολο και όχι μόνο σε ένα μέρος
    πρέπει να βρεθεί μια συνολική λύση στο οικονομικό μας πρόβλημα
  2. που εκφράζει ένα άθροισμα
    η συνολική δαπάνη μαζί με το ΦΠΑ και τα μεταφορικά ανέρχεται σε 1000 ευρώ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]