συνονθύλευμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνονθύλευμα συνονθυλεύματα
γενική συνονθυλεύματος συνονθυλευμάτων
αιτιατική συνονθύλευμα συνονθυλεύματα
κλητική συνονθύλευμα συνονθυλεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνονθύλευμα < συν + ελληνιστική κοινή ὀνθυλεύω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνονθύλευμα ουδέτερο

  1. μείγμα, ανομοιογενές σύνολο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]