συνουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνουσία οι συνουσίες
      γενική της συνουσίας των συνουσιών
    αιτιατική τη συνουσία τις συνουσίες
     κλητική συνουσία συνουσίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνουσία < αρχαία ελληνική συνουσία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνουσία θηλυκό

  1. η σεξουαλική πράξη, το γαμήσι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνουσία < συνοῦσα < σύνειμι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνουσία θηλυκό και ξυνουσίᾳ

  1. η κοινωνική συνεύρεση
  2. η παρέα, η συντροφιά