συντάξιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντάξιμος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

συντάξιμος

  1. που αναφέρεται ή συσχετίζεται με τη σύνταξη, με την αποχώρηση από την αγορά εργασίας μετά από ορισμένη ηλικία
    συντάξιμος μισθός, συντάξιμη ηλικία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]