συνταραχτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνταραχτικός συνταραχτική συνταραχτικό
γενική συνταραχτικού συνταραχτικής συνταραχτικού
αιτιατική συνταραχτικό συνταραχτική συνταραχτικό
κλητική συνταραχτικέ συνταραχτική συνταραχτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνταραχτικοί συνταραχτικές συνταραχτικά
γενική συνταραχτικών συνταραχτικών συνταραχτικών
αιτιατική συνταραχτικούς συνταραχτικές συνταραχτικά
κλητική συνταραχτικοί συνταραχτικές συνταραχτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνταραχτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνταραχτικός, -ή, -ό

δείτε τη λέξη: συνταρακτικός